Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vegetate
01
χαλαρώνω παθητικά, ζω χωρίς στόχο
engage in passive relaxation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vegetate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vegetates
ενεστώτα μετοχή
vegetating
απλός αόριστος
vegetated
παθητική μετοχή
vegetated
02
αναπαράγονται βegetativικά, πολλαπλασιάζονται ασεξουαλικά
propagate asexually
03
φυτοζωώ, αναπτύσσομαι όπως τα φυτά
to grow as plants do such as to develop new leaves, etc.
Παραδείγματα
After planting the seeds, the garden began to vegetate, with tiny green shoots emerging from the soil.
Μετά τη φύτευση των σπόρων, ο κήπος άρχισε να βλασταίνει, με μικρά πράσινα βλαστάρια να αναδύονται από το έδαφος.
Παραδείγματα
They decided to vegetate their garden by planting a variety of shrubs and flowers.
Αποφάσισαν να φυτέψουν τον κήπο τους με μια ποικιλία θάμνων και λουλουδιών.
05
φυτεύω βλάστηση, εγκαθιστώ βλάστηση σε
establish vegetation on
06
αναπτύσσομαι, αυξάνομαι μη φυσιολογικά
(of abnormal tissues like tumors) to grow or increase in size
Παραδείγματα
The dormant cells seemed to vegetate quietly for years before unexpectedly awakening and forming a tumor.
Τα αδρανή κύτταρα φαίνονταν να αυξάνονται ήσυχα για χρόνια πριν ξυπνήσουν απροσδόκητα και σχηματίσουν έναν όγκο.
07
βιοποριστώ, οδηγώ μια παθητική ύπαρξη
lead a passive existence without using one's body or mind
Λεξικό Δέντρο
vegetation
vegetative
vegetate
veget



























