Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valid
Παραδείγματα
The contract is only valid if both parties sign it.
Το συμβόλαιο είναι έγκυρο μόνο εάν το υπογράψουν και τα δύο μέρη.
02
έγκυρος, θεμελιωμένος
(of an argument, idea, etc.) having a strong logical foundation or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valid
συγκριτικός βαθμός
more valid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her proposal was considered valid because it was supported by thorough research and evidence.
Η πρότασή της θεωρήθηκε έγκυρη επειδή υποστηριζόταν από ενδελεχή έρευνα και αποδεικτικά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
invalid
validate
validly
valid



























