Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
validly
01
έγκυρα, νομίμως
in a way that is supported by sound reasoning or evidence
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The argument was validly supported by strong evidence from recent studies.
Το επιχείρημα υποστηρίχθηκε έγκυρα από ισχυρά στοιχεία από πρόσφατες μελέτες.
02
έγκυρα, νομίμως
in a manner that is legally recognized or officially approved
Παραδείγματα
The contract was validly signed and is enforceable in court.
Η σύμβαση υπογράφηκε έγκυρα και είναι εκτελεστή στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
validly
valid



























