Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Validity
01
εγκυρότητα
the quality of being well-founded and logically sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The validity of the scientific theory was confirmed through repeated experiments and peer review.
Η εγκυρότητα της επιστημονικής θεωρίας επιβεβαιώθηκε μέσω επαναλαμβανόμενων πειραμάτων και κριτικής από ομοτίμους.
02
εγκυρότητα
the quality of having legal force or effectiveness
Λεξικό Δέντρο
invalidity
validity



























