validity
va
li
ˈlɪ
li
di
di
ty
ti
ti
vapidity

Ορισμός και σημασία του "validity"στα αγγλικά

01

εγκυρότητα

the quality of being well-founded and logically sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The validity of the scientific theory was confirmed through repeated experiments and peer review. 

Η εγκυρότητα της επιστημονικής θεωρίας επιβεβαιώθηκε μέσω επαναλαμβανόμενων πειραμάτων και κριτικής από ομοτίμους.

02

εγκυρότητα

the quality of having legal force or effectiveness 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

invalidity
validity
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store