valor
Pronunciation
/ˈvæɫɝ/
valour

Ορισμός και σημασία του "valor"στα αγγλικά

01

ανδρεία, θάρρος

characteristic of being fearless in the face of danger; especially in a war
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soldier was awarded the medal for his exceptional valor in battle.
Ο στρατιώτης βραβεύτηκε με το μετάλλιο για την εξαιρετική του ανδρεία στη μάχη.

Λεξικό Δέντρο

valiance
valiant
valorous
valor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store