Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valid
Παραδείγματα
The court ruled the evidence inadmissible as it was not obtained through valid means.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι τα στοιχεία ήταν απαράδεκτα καθώς δεν αποκτήθηκαν με έγκυρα μέσα.
02
έγκυρος, θεμελιωμένος
(of an argument, idea, etc.) having a strong logical foundation or reasoning
Παραδείγματα
During the debate, each participant presented valid points backed by sound reasoning.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, κάθε συμμετέχων παρουσίασε έγκυρα σημεία υποστηριζόμενα από ορθή λογική.
Λεξικό Δέντρο
invalid
validate
validly
valid



























