Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to urge
01
προτρέπω, συνιστώ ανεπιφύλακτα
to strongly recommend something
Transitive: to urge an action or attitude
Παραδείγματα
The safety inspector urged caution when handling hazardous materials in the workplace.
02
ενθαρρύνω, προτρέπω
to persistently try to motivate or support someone, particularly to pursue their goals
Ditransitive: to urge sb to do sth
Παραδείγματα
The teacher urged her students to explore their passions and pursue their interests with determination.
Ο δάσκαλος παρακίνησε τους μαθητές του να εξερευνήσουν τα πάθη τους και να ακολουθήσουν τα ενδιαφέροντά τους με αποφασιστικότητα.
03
ωθώ, παρακινώ
to push or make someone or something to move in a specific direction
Transitive: to urge sb/sth to a direction | to urge sb/sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
urge
γ΄ ενικό πρόσωπο
urges
ενεστώτα μετοχή
urging
απλός αόριστος
urged
παθητική μετοχή
urged
Παραδείγματα
The strong winds urged the sailboat forward across the open sea.
Οι δυνατοί άνεμοι ώθησαν το ιστιοφόρο πέρα από την ανοιχτή θάλασσα.
04
παροτρύνω, πιέζω
to try to make someone do something in a forceful or persistent manner
Ditransitive: to urge sb to do sth
Παραδείγματα
The teacher urged the students to complete their assignments on time.
Ο δάσκαλος παρακίνησε τους μαθητές να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους εγκαίρως.
Urge
01
επιθυμία, ώθηση
a powerful feeling prompting someone to act or respond
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
urges
Παραδείγματα
She felt an urge to call her old friend.
Ένιωσε μια ώθηση να καλέσει τον παλιό της φίλο.
02
ώθηση, ένστικτο
a natural, often unconscious drive or instinct guiding behavior
Παραδείγματα
The puppy followed its urge to chase the ball.
Το κουτάβι ακολούθησε την ώθηση του να κυνηγήσει την μπάλα.
Λεξικό Δέντρο
urgency
urgent
urging
urge



























