uprising
up
ˈʌp
ap
ri
raɪ
rai
sing
zɪng
zing
appraising

Ορισμός και σημασία του "uprising"στα αγγλικά

01

εξέγερση, ανταρσία

a situation in which people join together to fight against those in power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
uprisings
Παραδείγματα
The peasant uprising was brutally crushed by the king's army. 

Η εξέγερση των αγροτών καταπνίγηκε βάναυσα από τον στρατό του βασιλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uprising
rising
rise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store