Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Uprising
01
εξέγερση, ανταρσία
a situation in which people join together to fight against those in power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uprisings
Παραδείγματα
The peasant uprising was brutally crushed by the king's army.
Η εξέγερση των αγροτών καταπνίγηκε βάναυσα από τον στρατό του βασιλιά.
Λεξικό Δέντρο
uprising
rising
rise



























