unversed
un
ʌn
an
versed
ˈvɜ:st
vēst
unveiledunvented

Ορισμός και σημασία του "unversed"στα αγγλικά

01

άπειρος, μη εξοικειωμένος

not skilled or familiar with something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unversed
συγκριτικός βαθμός
more unversed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was unversed in the technical aspects of the project, so she sought guidance from her colleagues. 

Δεν ήταν έμπειρη στις τεχνικές πτυχές του έργου, γι' αυτό ζήτησε καθοδήγηση από τους συναδέλφους της.

Λεξικό Δέντρο

unversed
versed
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store