unversed
Pronunciation
/ʌnˈvɝst/

Ορισμός και σημασία του "unversed"στα αγγλικά

01

άπειρος, μη εξοικειωμένος

not skilled or familiar with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unversed
συγκριτικός βαθμός
more unversed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The student felt unversed in advanced mathematics but was eager to learn.
Ο μαθητής αισθανόταν άπειρος σε προχωρημένα μαθηματικά αλλά ήταν πρόθυμος να μάθει.

Λεξικό Δέντρο

unversed
versed
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store