Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unacquainted
01
άγνωστος, μη εξοικειωμένος
lacking familiarity or knowledge about something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unacquainted
συγκριτικός βαθμός
more unacquainted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The traveler was unacquainted with the local language, making communication difficult.
Ο ταξιδιώτης δεν ήταν εξοικειωμένος με την τοπική γλώσσα, κάνοντας την επικοινωνία δύσκολη.
02
αγνοών, μη ενημερωμένος
not knowledgeable about something specified
Λεξικό Δέντρο
unacquainted
acquainted
acquaint



























