unacquainted
Pronunciation
/ʌnɐkwˈeɪntᵻd/

Ορισμός και σημασία του "unacquainted"στα αγγλικά

unacquainted
01

άγνωστος, μη εξοικειωμένος

lacking familiarity or knowledge about something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unacquainted
συγκριτικός βαθμός
more unacquainted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The traveler was unacquainted with the local language, making communication difficult.
Ο ταξιδιώτης δεν ήταν εξοικειωμένος με την τοπική γλώσσα, κάνοντας την επικοινωνία δύσκολη.
02

αγνοών, μη ενημερωμένος

not knowledgeable about something specified
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store