Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unacquainted
01
άγνωστος, μη εξοικειωμένος
lacking familiarity or knowledge about something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unacquainted
συγκριτικός βαθμός
more unacquainted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was unacquainted with the city’s layout and had trouble finding her way.
Δεν ήταν εξοικειωμένη με τη διάταξη της πόλης και είχε πρόβλημα να βρει το δρόμο της.
02
αγνοών, μη ενημερωμένος
not knowledgeable about something specified
Λεξικό Δέντρο
unacquainted
acquainted
acquaint



























