unaffordable
un
ˌʌn
αν
a
ə
α
ffor
ˈfɔ:
φο
dable
dəəbl
ντααμπλ
affordable

Ορισμός και σημασία του "unaffordable"στα αγγλικά

unaffordable
01

απρόσιτος, πολύ ακριβός

too expensive for someone to pay for 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaffordable
συγκριτικός βαθμός
more unaffordable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cost, economics, accessibility
Παραδείγματα
Housing in the city is becoming unaffordable. 

Η στέγαση στην πόλη γίνεται απρόσιτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unaffordable
affordable
afford
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store