Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unaffordable
01
απρόσιτος, πολύ ακριβός
too expensive for someone to pay for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaffordable
συγκριτικός βαθμός
more unaffordable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Insurance has become unaffordable for low-income workers.
Η ασφάλιση έχει γίνει απρόσιτη για τους εργαζόμενους με χαμηλά εισοδήματα.
Λεξικό Δέντρο
unaffordable
affordable
afford



























