unaffordable
Pronunciation
/ənəˈfɔɹdəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "unaffordable"στα αγγλικά

unaffordable
01

απρόσιτος, πολύ ακριβός

too expensive for someone to pay for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unaffordable
συγκριτικός βαθμός
more unaffordable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Insurance has become unaffordable for low-income workers.
Η ασφάλιση έχει γίνει απρόσιτη για τους εργαζόμενους με χαμηλά εισοδήματα.

Λεξικό Δέντρο

unaffordable
affordable
afford
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store