unvarnished
un
ʌn
αν
var
ˈvɑ:
βα
nished
nɪʃt
νιστ
untarnishedunfurnishedunburnished

Ορισμός και σημασία του "unvarnished"στα αγγλικά

unvarnished
01

ακάλυπτος, χωρίς διακοσμήσεις

presented in a plain and direct manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unvarnished
συγκριτικός βαθμός
more unvarnished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, truth, style
Παραδείγματα
The author’s unvarnished account of her experiences captivated readers with its honesty. 

Η απροκάλυπτη αφήγηση της συγγραφέως για τις εμπειρίες της γοήτευσε τους αναγνώστες με την ειλικρίνειά της.

02

αβερνίκωτο, χωρίς βερνίκι

not having a coating of stain or varnish 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unvarnished
varnished
varnish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store