Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unvarnished
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unvarnished
συγκριτικός βαθμός
more unvarnished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The author’s unvarnished account of her experiences captivated readers with its honesty.
Η απροκάλυπτη αφήγηση της συγγραφέως για τις εμπειρίες της γοήτευσε τους αναγνώστες με την ειλικρίνειά της.
02
αβερνίκωτο, χωρίς βερνίκι
not having a coating of stain or varnish



























