Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstable
01
ασταθής, απρόβλεπτος
displaying unpredictable and sudden changes in emotions and behavior
Παραδείγματα
His relationships were strained due to his unpredictable and unstable behavior.
Οι σχέσεις του ήταν τεταμένες λόγω της απρόβλεπτης και ασταθούς συμπεριφοράς του.
Παραδείγματα
The unstable bridge swayed dangerously in the wind, making it unsafe to cross.
Η ασταθής γέφυρα κουνιόταν επικίνδυνα στον άνεμο, κάνοντάς την επικίνδυνη να διασχίσει.
03
ασταθής, μεταβλητός
prone to sudden change or alteration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstable
συγκριτικός βαθμός
more unstable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unstable weather conditions made it difficult to predict the storm’s path.
Οι ασταθείς καιρικές συνθήκες έκαναν δύσκολη την πρόβλεψη της διαδρομής της καταιγίδας.
04
ασταθής, αντιδραστικός
(of a substance) chemically reactive or prone to rapid change when exposed to other substances
Παραδείγματα
The compound is highly unstable and must be handled with care.
Η ένωση είναι εξαιρετικά ασταθής και πρέπει να χειρίζεται με προσοχή.
Παραδείγματα
The stock market has been particularly unstable lately, with frequent fluctuations in value.
Η χρηματιστηριακή αγορά ήταν ιδιαίτερα ασταθής τελευταία, με συχνές διακυμάνσεις στην αξία.
Λεξικό Δέντρο
unstable
stable



























