insecure
in
ˌɪn
in
sec
ˈsɪk
sik
ure
jʊə
yue

Ορισμός και σημασία του "insecure"στα αγγλικά

01

αβέβαιος, χωρίς αυτοπεποίθηση

(of a person) not confident about oneself or one's skills and abilities 
insecure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insecure
συγκριτικός βαθμός
more insecure
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was insecure about his performance at work, doubting whether he was capable of meeting expectations. 

Ήταν αβέβαιος για την απόδοσή του στη δουλειά, αμφισβητώντας αν ήταν ικανός να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.

02

ανασφαλής, ευάλωτος

not protected and vulnerable to danger or risk 
insecure definition and meaning
Παραδείγματα
The old house had insecure windows that could be easily opened from outside. 

Το παλιό σπίτι είχε insecure παράθυρα που μπορούσαν να ανοίξουν εύκολα από έξω.

03

ασταθής, εύθραυστος

liable to give way or break 
Παραδείγματα
The old, insecure railing was barely holding up against the wind. 

Το παλιό, ασταθές κιγκλίδωμα μετά βίας άντεχε στον άνεμο.

04

αβέβαιος, επισφαλής

not guaranteed to last or succeed over time 
Παραδείγματα
The company's future is insecure, as it struggles to keep up with competitors. 

Το μέλλον της εταιρείας είναι αβέβαιο, καθώς αγωνίζεται να συμβαδίσει με τους ανταγωνιστές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store