Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insecure
01
αβέβαιος, χωρίς αυτοπεποίθηση
(of a person) not confident about oneself or one's skills and abilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insecure
συγκριτικός βαθμός
more insecure
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was insecure about his performance at work, doubting whether he was capable of meeting expectations.
Ήταν αβέβαιος για την απόδοσή του στη δουλειά, αμφισβητώντας αν ήταν ικανός να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.
Παραδείγματα
The old house had insecure windows that could be easily opened from outside.
Το παλιό σπίτι είχε insecure παράθυρα που μπορούσαν να ανοίξουν εύκολα από έξω.
Παραδείγματα
The old, insecure railing was barely holding up against the wind.
Το παλιό, ασταθές κιγκλίδωμα μετά βίας άντεχε στον άνεμο.
Παραδείγματα
The company's future is insecure, as it struggles to keep up with competitors.
Το μέλλον της εταιρείας είναι αβέβαιο, καθώς αγωνίζεται να συμβαδίσει με τους ανταγωνιστές.
Λεξικό Δέντρο
insecure
secure



























