Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inseminate
01
γονιμοποιώ
to introduce semen into the reproductive system, often by artificial means
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inseminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inseminates
ενεστώτα μετοχή
inseminating
απλός αόριστος
inseminated
παθητική μετοχή
inseminated
02
σπέρνω, φυτεύω
place seeds in or on (the ground)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insemination
inseminate



























