Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inseparable
01
αδιαχώριστος, αχώριστος
not able to be separated or detached
Παραδείγματα
His inseparable bond with his dog was evident in their daily walks.
Ο αδιάσπαστος δεσμός του με το σκύλο του ήταν εμφανής στις καθημερινές τους βόλτες.
Λεξικό Δέντρο
inseparable
separable
separ



























