Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsparing
01
γενναιόδωρος, χωρίς επιφύλαξη
generous and giving without holding back
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsparing
συγκριτικός βαθμός
more unsparing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
generosity, behavior, character
Παραδείγματα
The philanthropist’s unsparing support transformed the lives of countless underprivileged families.
Η γενναιόδωρη στήριξη του φιλάνθρωπου μεταμόρφωσε τις ζωές αμέτρητων οικογενειών σε ανάγκη.
02
αμείλικτος, ανελέητος
not forbearing; ruthless
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsparing
sparing
spare



























