unsparing
Pronunciation
/ənˈspɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unsparing"στα αγγλικά

01

γενναιόδωρος, χωρίς επιφύλαξη

generous and giving without holding back
unsparing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsparing
συγκριτικός βαθμός
more unsparing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The community praised his unsparing financial contributions to the educational program for underserved youth.
Η κοινότητα επαίνεσε τις πλούσιες οικονομικές συνεισφορές του στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για υποβαθμισμένη νεολαία.
02

αμείλικτος, ανελέητος

not forbearing; ruthless

Λεξικό Δέντρο

unsparing
sparing
spare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store