Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsparing
01
γενναιόδωρος, χωρίς επιφύλαξη
generous and giving without holding back
Παραδείγματα
The community praised his unsparing financial contributions to the educational program for underserved youth.
Η κοινότητα επαίνεσε τις πλούσιες οικονομικές συνεισφορές του στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για υποβαθμισμένη νεολαία.
02
αμείλικτος, ανελέητος
not forbearing; ruthless
Λεξικό Δέντρο
unsparing
sparing
spare



























