Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspoiled
01
αμόλυντος, παρθένος
remaining fresh, pure, and unharmed, without any signs of decay or damage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspoiled
συγκριτικός βαθμός
more unspoiled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fruit was picked at the peak of ripeness and was still unspoiled when it arrived at the market.
Το φρούτο μαζεύτηκε στην αιχμή της ωρίμανσης και ήταν ακόμα άθικτο όταν έφτασε στην αγορά.
Λεξικό Δέντρο
unspoiled
spoiled
spoil



























