Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstimulating
01
μη διεγερτικό, βαρετό
not capable of evoking interest, excitement, or mental engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstimulating
συγκριτικός βαθμός
more unstimulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unstimulating music in the background failed to create a lively atmosphere at the party.
Η μη διεγερτική μουσική στο παρασκήνιο απέτυχε να δημιουργήσει μια ζωντανή ατμόσφαιρα στο πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
unstimulating
stimulating
stimulate
stimul



























