unstimulating
Pronunciation
/ʌnstˈɪmjʊlˌeɪɾɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unstimulating"στα αγγλικά

unstimulating
01

μη διεγερτικό, βαρετό

not capable of evoking interest, excitement, or mental engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstimulating
συγκριτικός βαθμός
more unstimulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unstimulating music in the background failed to create a lively atmosphere at the party.
Η μη διεγερτική μουσική στο παρασκήνιο απέτυχε να δημιουργήσει μια ζωντανή ατμόσφαιρα στο πάρτι.

Λεξικό Δέντρο

unstimulating
stimulating
stimulate
stimul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store