Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstimulating
01
μη διεγερτικό, βαρετό
not capable of evoking interest, excitement, or mental engagement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstimulating
συγκριτικός βαθμός
more unstimulating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite having high expectations, the unstimulating movie left the audience yawning in their seats.
Παρά τις υψηλές προσδοκίες, η μη διεγερτική ταινία άφησε το κοινό να χασμουριέται στις θέσεις του.
Λεξικό Δέντρο
unstimulating
stimulating
stimulate
stimul



























