Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unproductive
01
απρόοδος, αναποτελεσματικός
ineffective in producing positive or meaningful outcomes
Παραδείγματα
Spending hours on social media is unproductive; it does n't contribute to personal growth.
Το να περνάς ώρες στα social media είναι απρόοδο· δεν συμβάλλει στην προσωπική ανάπτυξη.
Παραδείγματα
The government invested in irrigation to improve unproductive agricultural areas.
Η κυβέρνηση επένδυσε στην άρδευση για να βελτιώσει τις απρόσοφες γεωργικές περιοχές.
03
απροϊόν, μη παραγωγικός
not capable of generating new word forms or constructions
Παραδείγματα
Some affixes, like " -dom, " are now unproductive in forming new words, existing mostly in older terms.
Ορισμένες προθέματα, όπως το "-dom", είναι τώρα απρόοδες στο σχηματισμό νέων λέξεων, υπάρχοντας κυρίως σε παλαιότερους όρους.
Λεξικό Δέντρο
unproductive
productive
product



























