Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inefficient
01
αναποτελεσματικός, μη αποδοτικός
not able to achieve maximum productivity or desired results
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inefficient
συγκριτικός βαθμός
more inefficient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
performance, evaluation, systems
Παραδείγματα
The inefficient process caused delays and wasted resources.
Η αναποτελεσματική διαδικασία προκάλεσε καθυστερήσεις και σπατάλη πόρων.
Παραδείγματα
The inefficient employee frequently missed deadlines and failed to meet expectations.
Ο αναποτελεσματικός εργαζόμενος χανόταν συχνά τις προθεσμίες και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inefficient
efficient
effici



























