ineluctable
Pronunciation
/ɪnɪlˈʌktəbəl/

Ορισμός και σημασία του "ineluctable"στα αγγλικά

ineluctable
01

αναπόφευκτος, απαραίτητος

impossible to avoid or resist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineluctable
συγκριτικός βαθμός
more ineluctable
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His downfall was the ineluctable result of years of corruption.
Η πτώση του ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα χρόνων διαφθοράς.

Λεξικό Δέντρο

ineluctability
ineluctably
ineluctable
ineluct
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store