Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineluctable
01
αναπόφευκτος, απαραίτητος
impossible to avoid or resist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineluctable
συγκριτικός βαθμός
more ineluctable
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Death is the ineluctable fate of all living beings.
Ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη μοίρα όλων των ζωντανών όντων.
Λεξικό Δέντρο
ineluctability
ineluctably
ineluctable
ineluct



























