ineluctable
i
ˌɪ
i
ne
nɪ
ni
luc
ˈlʌk
lak
ta
tə
tē
ble
bəl
bēl
destructible

Ορισμός και σημασία του "ineluctable"στα αγγλικά

ineluctable
01

αναπόφευκτος, απαραίτητος

impossible to avoid or resist 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ineluctable
συγκριτικός βαθμός
more ineluctable
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fate, necessity, existence
Παραδείγματα
Death is the ineluctable fate of all living beings. 

Ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη μοίρα όλων των ζωντανών όντων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ineluctability
ineluctably
ineluctable
ineluct
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store