Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ineluctable
01
αναπόφευκτος, απαραίτητος
impossible to avoid or resist
Παραδείγματα
His downfall was the ineluctable result of years of corruption.
Η πτώση του ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα χρόνων διαφθοράς.
Λεξικό Δέντρο
ineluctability
ineluctably
ineluctable
ineluct



























