inefficient
in
ˌɪn
in
e
ɪ
i
ffi
ˈfɪ
fi
cient
ʃənt
shēnt
insufficient

Ορισμός και σημασία του "inefficient"στα αγγλικά

inefficient
01

αναποτελεσματικός, μη αποδοτικός

not able to achieve maximum productivity or desired results 
inefficient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inefficient
συγκριτικός βαθμός
more inefficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inefficient process caused delays and wasted resources. 

Η αναποτελεσματική διαδικασία προκάλεσε καθυστερήσεις και σπατάλη πόρων.

02

ανεπαρκής, μη παραγωγικός

(of a person) not functioning in the most effective or productive manner 
Παραδείγματα
The inefficient employee frequently missed deadlines and failed to meet expectations. 

Ο αναποτελεσματικός εργαζόμενος χανόταν συχνά τις προθεσμίες και δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store