unfruitful
un
ʌn
an
fruit
ˈfru:t
froot
ful
fʊl
fool

Ορισμός και σημασία του "unfruitful"στα αγγλικά

unfruitful
01

άκαρπος, αποτυχημένος

not producing the expected or desired results 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfruitful
συγκριτικός βαθμός
more unfruitful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite numerous attempts, their unfruitful efforts to find a solution left them feeling frustrated and discouraged. 

Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες, οι άκαρπες προσπάθειές τους να βρουν μια λύση τους άφησαν να αισθάνονται απογοητευμένοι και αποθαρρυμένοι.

Λεξικό Δέντρο

unfruitful
fruitful
fruit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store