underlying
un
ˌʌn
an
der
lying
ˈlaɪɪng
laiing
underlingunderwing

Ορισμός και σημασία του "underlying"στα αγγλικά

underlying
01

υποκείμενος, σιωπηρός

hidden or not immediately obvious, often suggesting a deeper meaning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most underlying
συγκριτικός βαθμός
more underlying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The underlying message was about honesty. 

Το υποκείμενο μήνυμα αφορούσε την ειλικρίνεια.

02

υποκείμενος, θεμελιώδης

forming the foundation or basis of something 
Παραδείγματα
Understanding the underlying principles of science can improve critical thinking. 

Η κατανόηση των υποκείμενων αρχών της επιστήμης μπορεί να βελτιώσει την κριτική σκέψη.

03

υποκείμενος, θεμελιώδης

situated or hidden beneath the surface 
Παραδείγματα
The underlying rock supports the entire structure. 

Ο υποκείμενος βράχος υποστηρίζει ολόκληρη τη δομή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store