Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
underlying
01
υποκείμενος, σιωπηρός
hidden or not immediately obvious, often suggesting a deeper meaning
Παραδείγματα
The song had an underlying message of peace.
Το τραγούδι είχε ένα υποκείμενο μήνυμα ειρήνης.
02
υποκείμενος, θεμελιώδης
forming the foundation or basis of something
Παραδείγματα
The underlying logic of the algorithm ensures its efficiency.
Η υποκείμενη λογική του αλγορίθμου εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητά του.
Παραδείγματα
The underlying bedrock affects the area's construction stability.
Ο υποκείμενος βράχος επηρεάζει τη σταθερότητα της κατασκευής της περιοχής.



























