Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
underhanded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most underhanded
συγκριτικός βαθμός
more underhanded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, ethics, deception
Παραδείγματα
He was fired from his job after they discovered his underhanded attempts to sabotage a colleague.
Απολύθηκε από τη δουλειά του αφού ανακάλυψαν τις προμελετημένες προσπάθειές του να σαμποτάρει έναν συνάδελφο.
02
ύπουλος, από κάτω
with hand brought forward and up from below shoulder level
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
underhandedly
underhanded
handed
hand



























