underhanded
underhanded
ʌndəhændɪd
andēhāndid

Ορισμός και σημασία του "underhanded"στα αγγλικά

underhanded
01

ύπουλος, ανέντιμος

done in a secretive way with the intent to deceive or trick 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most underhanded
συγκριτικός βαθμός
more underhanded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, ethics, deception
Παραδείγματα
He was fired from his job after they discovered his underhanded attempts to sabotage a colleague. 

Απολύθηκε από τη δουλειά του αφού ανακάλυψαν τις προμελετημένες προσπάθειές του να σαμποτάρει έναν συνάδελφο.

02

ύπουλος, από κάτω

with hand brought forward and up from below shoulder level 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

underhandedly
underhanded
handed
hand
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store