Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devious
01
παραπλανητικός, πανουργος
causing someone to have a wrong idea or impression, usually by giving incomplete or false information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most devious
συγκριτικός βαθμός
more devious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His devious plan to manipulate the stock market was eventually uncovered.
Το προμελετημένο σχέδιό του να χειραγωγήσει τη χρηματιστηριακή αγορά αποκαλύφθηκε τελικά.
02
πλάγιος, έμμεσος
deviating from a straight course
03
πανούργος, πανουργία
using crafty and clever methods to achieve goals or avoid negative consequences
Παραδείγματα
His devious plan to avoid taxes was eventually discovered.
Το πανουργό σχέδιό του για να αποφύγει τους φόρους τελικά αποκαλύφθηκε.
Λεξικό Δέντρο
deviously
deviousness
devious



























