Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devilled
01
κατακίτρινος, πικάντικος
(of food) highly seasoned, often with hot spices or mustard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most devilled
συγκριτικός βαθμός
more devilled
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
devilled
devil



























