devilled
de
ˈdɛ
de
villed
vəld
vēld
disheveleddishevelled

Ορισμός και σημασία του "devilled"στα αγγλικά

01

κατακίτρινος, πικάντικος

(of food) highly seasoned, often with hot spices or mustard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most devilled
συγκριτικός βαθμός
more devilled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, flavor, cooking

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

devilled
devil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store