Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underpaid
01
αποπληρώνω λιγότερο, πληρώνω ανεπαρκώς
not receiving enough money for the work one does
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
underpay
γ΄ ενικό πρόσωπο
underpays
ενεστώτα μετοχή
underpaying
απλός αόριστος
underpaid
παθητική μετοχή
underpaid
Παραδείγματα
Many teachers feel underpaid for their efforts.
Πολλοί δάσκαλοι αισθάνονται υποαμειβόμενοι για τις προσπάθειές τους.



























