to underpaid
Pronunciation
/ˈəndɝˈpeɪd/

Ορισμός και σημασία του "underpaid"στα αγγλικά

to underpaid
01

αποπληρώνω λιγότερο, πληρώνω ανεπαρκώς

not receiving enough money for the work one does
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
underpay
γ΄ ενικό πρόσωπο
underpays
ενεστώτα μετοχή
underpaying
απλός αόριστος
underpaid
παθητική μετοχή
underpaid
Παραδείγματα
He protested against being underpaid despite his long hours.
Διαμαρτυρήθηκε που πληρώνεται λίγα παρά τις πολλές ώρες εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store