unavowed
Pronunciation
/ʌnɐvˈaʊd/

Ορισμός και σημασία του "unavowed"στα αγγλικά

01

μη ομολογημένος, μη εκφρασμένος

not openly expressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unavowed
συγκριτικός βαθμός
more unavowed
διαβαθμίσιμο
02

ανομολόγητος, μη αναγνωρισμένος

not openly acknowledged or confessed
Παραδείγματα
Their unavowed partnership influenced the direction of the project without others realizing.
Η μη ομολογημένη συνεργασία τους επηρέασε την κατεύθυνση του έργου χωρίς να το συνειδητοποιήσουν οι άλλοι.
03

μη αναγνωρισμένο, μη δηλωμένο

not affirmed or mentioned or declared
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store