Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unavowed
01
μη ομολογημένος, μη εκφρασμένος
not openly expressed
Παραδείγματα
Their unavowed partnership influenced the direction of the project without others realizing.
Η μη ομολογημένη συνεργασία τους επηρέασε την κατεύθυνση του έργου χωρίς να το συνειδητοποιήσουν οι άλλοι.
03
μη αναγνωρισμένο, μη δηλωμένο
not affirmed or mentioned or declared
Λεξικό Δέντρο
unavowed
avowed
avow



























