Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transitory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transitory
συγκριτικός βαθμός
more transitory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, state, experience
Παραδείγματα
The transitory nature of childhood makes it precious and fleeting.
Η προσωρινή φύση της παιδικής ηλικίας την κάνει πολύτιμη και φευγαλέα.
Παραδείγματα
While the discomfort was transitory, it reminded her of the importance of perseverance and resilience.
Παρόλο που η δυσφορία ήταν προσωρινή, της θύμισε τη σημασία της επιμονής και της ανθεκτικότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
transitorily
transitoriness
transitory
trans



























