transitory
tran
ˈtræn
trān
si
zi
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "transitory"στα αγγλικά

transitory
01

προσωρινός, φευγαλέος

lasting for only a brief period 
transitory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most transitory
συγκριτικός βαθμός
more transitory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The transitory nature of childhood makes it precious and fleeting. 

Η προσωρινή φύση της παιδικής ηλικίας την κάνει πολύτιμη και φευγαλέα.

02

προσωρινός, φευγαλέος

lacking permanence 
Παραδείγματα
While the discomfort was transitory, it reminded her of the importance of perseverance and resilience. 

Παρόλο που η δυσφορία ήταν προσωρινή, της θύμισε τη σημασία της επιμονής και της ανθεκτικότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store