temporary
tem
ˈtɛm
tem
pora
prə
prē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "temporary"στα αγγλικά

01

προσωρινός, παροδικός

existing for a limited time 
temporary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most temporary
συγκριτικός βαθμός
more temporary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He took on a temporary job while he looked for a permanent position. 

Αποδέχτηκε μια προσωρινή δουλειά ενώ έψαχνε για μια μόνιμη θέση.

02

προσωρινός, προσκαιρος

meant to be used for a limited period of time 
Παραδείγματα
The government provided temporary accommodation for the displaced families. 

Η κυβέρνηση παρείχε προσωρινή στέγαση για τις εκτοπισμένες οικογένειες.

03

προσωρινός, εποχικός

employed for a limited time, often to meet short-term business needs or seasonal demands 
Παραδείγματα
The company hired temporary staff to manage the increased workload during the busy summer months. 

Η εταιρεία προσέλαβε προσωρινό προσωπικό για να διαχειριστεί την αυξημένη φόρτο εργασίας κατά τους πολυάσχολους θερινούς μήνες.

01

προσωρινός, προσωρινός εργαζόμενος

an individual who is employed for a limited time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temporaries
Παραδείγματα
The company hired a temporary to cover the receptionist's maternity leave. 

Η εταιρεία προσέλαβε έναν προσωρινό για να καλύψει την άδεια μητρότητας της ρεσεψιονίστ.

Λεξικό Δέντρο

temporarily
temporariness
temporary
temporal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store