temp
temp
tɛmp
temp
hemp

Ορισμός και σημασία του "temp"στα αγγλικά

01

προσωρινός εργαζόμενος, εργαζόμενος με προσωρινό συμβόλαιο

a worker employed on a short-term basis, often filling in for regular staff or assisting with additional workloads in an office setting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temps
Παραδείγματα
The company brought in a temp to handle the extra administrative tasks during the busy season. 

Η εταιρεία έφερε έναν προσωρινό εργαζόμενο για να χειριστεί τις επιπλέον διοικητικές εργασίες κατά τη διάρκεια της απασχολημένης περιόδου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store