temporary
tem
ˈtɛm
τεμ
po
περ
ra
ˌrɛ
ρε
ry
ri
ρι
/tˈɛmpɹəɹˌi/

Ορισμός και σημασία του "temporary"στα αγγλικά

01

προσωρινός, παροδικός

existing for a limited time
temporary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most temporary
συγκριτικός βαθμός
more temporary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The temporary road closure caused inconvenience for commuters.
Η προσωρινή κλείσιμο του δρόμου προκάλεσε αναστάτωση για τους επιβάτες.
02

προσωρινός, προσκαιρος

meant to be used for a limited period of time
Παραδείγματα
The school brought in temporary classrooms to accommodate the growing student population.
Το σχολείο έφερε προσωρινές αίθουσες διδασκαλίας για να φιλοξενήσει τον αυξανόμενο μαθητικό πληθυσμό.
03

προσωρινός, εποχικός

employed for a limited time, often to meet short-term business needs or seasonal demands
Παραδείγματα
After the temporary workers completed their assignments, most were offered full-time positions based on their performance.
Αφού οι προσωρινοί εργαζόμενοι ολοκλήρωσαν τις αναθέσεις τους, στους περισσότερους προσφέρθηκαν πλήρους απασχόλησης θέσεις με βάση την απόδοσή τους.
01

προσωρινός, προσωρινός εργαζόμενος

an individual who is employed for a limited time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temporaries
Παραδείγματα
The temporary was assigned to various departments throughout the duration of her contract.
Ο προσωρινός ανατέθηκε σε διάφορα τμήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασής του.

Λεξικό Δέντρο

temporarily
temporariness
temporary
temporal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store