Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtfully
01
με προσοχή, με ευγένεια
in a considerate or kind manner, showing concern for others
Παραδείγματα
They had thoughtfully left the porch light on for us.
Είχαν συνετά αφήσει το φως του δωματίου αναμμένο για εμάς.
Παραδείγματα
I watched her thoughtfully turning the pages of the old book.
Την παρακολούθησα σκεπτικά να γυρίζει τις σελίδες του παλιού βιβλίου.
2.1
προσεκτικά, με σκέψη
with careful planning, attention, or consideration
Παραδείγματα
Their itinerary was thoughtfully planned to avoid travel fatigue.
Η διαδρομή τους ήταν προσεκτικά σχεδιασμένη για να αποφευχθεί η κόπωση του ταξιδιού.
Λεξικό Δέντρο
thoughtfully
thoughtful
thought



























