Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtfully
01
με προσοχή, με ευγένεια
in a considerate or kind manner, showing concern for others
επιδοκιμαστικό
Παραδείγματα
He thoughtfully offered her his seat on the crowded train.
Της συνετά πρόσφερε τη θέση του στο γεμάτο τρένο.
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She stared thoughtfully out the window, lost in memories.
Κοίταξε σκεπτικά έξω από το παράθυρο, χαμένη στις αναμνήσεις.
2.1
προσεκτικά, με σκέψη
with careful planning, attention, or consideration
Παραδείγματα
The space was thoughtfully furnished with both comfort and style in mind.
Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιπλωμένος με την άνεση και το στυλ στο μυαλό.
Λεξικό Δέντρο
thoughtfully
thoughtful
thought



























