thought-out
Pronunciation
/θˈɔːtˈaʊt/
thought out

Ορισμός και σημασία του "thought-out"στα αγγλικά

thought-out
01

καλά σκεφμένος, προσεκτικά σχεδιασμένος

carefully planned or considered before being done or decided
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thought-out
συγκριτικός βαθμός
more thought-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The proposal was clear and thought-out.
Η πρόταση ήταν σαφής και καλά σκεπτόμενη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store