Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thought-out
01
καλά σκεφμένος, προσεκτικά σχεδιασμένος
carefully planned or considered before being done or decided
Παραδείγματα
The proposal was clear and thought-out.
Η πρόταση ήταν σαφής και καλά σκεπτόμενη.



























