kindly
kind
ˈkaɪnd
kaind
ly
li
li
kingly

Ορισμός και σημασία του "kindly"στα αγγλικά

01

ευγενικά, καλοσυνάτα

in a considerate or compassionate way 
kindly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He kindly offered his seat to the elderly woman. 

Αυτός ευγενικά πρόσφερε τη θέση του στην ηλικιωμένη γυναίκα.

1.1

ευνοϊκά, με εγκριτική διάθεση

in a favorable or approving way 
Παραδείγματα
The critics did not review the film kindly. 

Οι κριτικοί δεν κριτικάραν την ταινία καλοσυνάτα.

1.2

ευγενικά, καλοσυνάτα

in a polite, gracious, or courteous manner 
Παραδείγματα
She kindly welcomed us into her home. 

Μας καλωσόρισε στο σπίτι της.

1.3

ευγενικά, με καλοσύνη

in a gentle, mild, or pleasant manner 
Παραδείγματα
The breeze blew kindly across the field. 

Η αύρα φύσηξε απαλά στο χωράφι.

02

ευγενικά, καλοσυνάτα

as a formal or polite way of asking for something 
επίσημο
Παραδείγματα
Would you kindly close the door behind you? 

Θα μπορούσατε ευγενικά να κλείσετε την πόρτα πίσω σας ;

01

καλός, ευγενικός

having a sympathetic, gentle, or generous nature 
kindly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kindliest
συγκριτικός βαθμός
kindlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kindly nurse stayed late to comfort the child. 

Η ευγενική νοσοκόμα έμεινε αργά για να παρηγορήσει το παιδί.

02

ήπιος, ευχάριστος

mild, pleasant, or beneficial in effect 
Παραδείγματα
They moved to a region with a kindly winter. 

Μετακόμισαν σε μια περιοχή με ήπιο χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store