Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kind-hearted
01
καλόκαρδος, ευγενικός
having a compassionate and caring nature, showing kindness and generosity toward others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kind-hearted
συγκριτικός βαθμός
more kind-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kind-hearted volunteer spent every weekend helping at the local animal shelter.
Ο καλόκαρδος εθελοντής περνούσε κάθε Σαββατοκύριακο βοηθώντας στο τοπικό καταφύγιο ζώων.



























