Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angelic
01
αγγελικός, ουράνιος
having the characteristics of a saint or angel, such as kindness or innocence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most angelic
συγκριτικός βαθμός
more angelic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her smile had an angelic quality that brought comfort to those around her.
Το χαμόγελό της είχε μια αγγελική ποιότητα που έφερνε άνεση σε όσους την περιέβαλλαν.
02
αγγελικός, θεϊκός
divine and associated with angels
03
αγγελικός, ουράνιος
exceptionally elegant and innocent
Παραδείγματα
Her angelic smile had a way of brightening up everyone's day.
Το αγγελικό της χαμόγελο είχε έναν τρόπο να φωτίζει την ημέρα όλων.
Λεξικό Δέντρο
angelic
angel



























