Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kind-hearted
01
καλόκαρδος, ευγενικός
having a compassionate and caring nature, showing kindness and generosity toward others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kind-hearted
συγκριτικός βαθμός
more kind-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His kind-hearted gesture of paying for a stranger's meal left a lasting impression.
Η καλόκαρδη χειρονομία του να πληρώσει το γεύμα ενός αγνώστου άφησε μια διαρκή εντύπωση.



























