kin
kin
kɪn
κιν
sininhpinmin

Ορισμός και σημασία του "kin"στα αγγλικά

01

συγγενείς, οικογένεια

a person's family and relatives 
kin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kin
Παραδείγματα
She was surrounded by her kin at the family reunion. 

Ήταν περιστοιχισμένη από τους συγγενείς της στην οικογενειακή συνάντηση.

02

συγγενής, οικείος

a person having kinship with another or others 
01

συγγενής, αιματική σχέση

related by blood 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
family, biology

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kinship
kin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store